Όλα είχαν ένα προορισμό ακόμα και αυτός που γύρισε
δεμένος σ' ένα ξύλο από τη Φαλκονέρα, ο Χρηστάκης
που τονε φέρανε βαλσαμωμένο απ' την Αμέρικα, ο μικρός
του Ρέτση που ναυάγισε πνίγηκε κι η μάνα του τρελάθηκε
ο Νίκος ο κουτσός από Γκιλφόρδου το πρώτο σου ρολόι
κι έπειτα ο Λεωνίδας από γενιά μηχανικών στη Τζέντα
οι επισκέψεις στους λογοτιμήτες Τίρυνθος ο Μίνως και ο Κόχυλας
τους πέρασε το άρθρο μαζί με το Διονυσίου, τότε
που εξαγοράστηκαν όλοι μες στη φυλακή να βάλουμε
την γκόμενα την πληρωμένη να γαμήσει, κάτι παλιές
δίκες με τσιγαράδικα, κι ο Στέφανος μηχανικάρα αλλάζει λάντζες
το ματσακόνι ξημερώματα στα ναυπηγεία με το Γιώργο
μας τέλειωσε η μέρα στο Κερατσίνι στο φουγάρο και που τώρα
τον περιμένει στην αιωνιότητα σε κάποιο ποίημα ανοιχτή μια πόρτα
όλα είχαν ένα προορισμό το έρημο περίπτερο τη νύχτα
καθώς στρίβαμε με το Νίκο ξαφνικά στην ιχθυόσκαλα
κι ήταν από ταινία του Βιμ Βέντερς όπου πέφταν άγγελοι
κι η περατζάδα στις γιγάντιες προπέλες τέρμα Πέραμα
κι έπειτα η Βάρδια κι εκείνος που τη βρήκε απατημένος
και την γάμησε μια κι ήθελε άντρα ως τη φυματίωση
ακόμη κι ο Νικόλας που έσπασε της νεκροφόρας του το τζάμι
σαν τον περνούσαν απ'το σπίτι και το χαρτί ήρθε μετά
πως είχε περάσει τα πλωτά μιαν εβδομάδα το αγόρι πεθαμένο
το κοιμητήριο της Παιανίας που φτάσαμε τη μια φορά
ζωντανοί και την άλλη με τις κούρσες και το στεφάνι
της οικογένειας του εφοπλιστή και το λόγο: να ζήσεις Στέφανε
κι εκείνος είπε πάνω στα κόκκαλα του γιου του: χάσαμε
το βαπόρι πια ποιός νοιάζεται για την άγκυρα και το είχε
απόφαση να φύγει και με γύριζε ετοιμάζοντας το ποίημα του
και τον είδα ιδρωμένο πριν τον πάρουν τα σκοινιά
και μοναχά γυναίκες οι άντρες ταξιδεύοντας κι εγώ
μ' ένα φορτηγό στη μνήμη αρόδο να φορτώνει τη σταφίδα
κι οι γάμοι με λευκό φουλάρι στα σκαλιά του Αγίου Παντελεήμονα
αδελφέ και το κορίτσι μας που ανοίγεται στον κόσμο
κι ακόμη εκεί που μείναμε τελευταίοι στο φέρετρο κι έλεγε
η Μαίρη: Στέφανε ξέρεις, και κατάμαυρη, για το Νικόλα, ξέρεις...
και αγκαλιά στο γάμο της Ιωάννας και στη μέση ένα άδειο πιάτο
για το Νικόλα που έλειπε κι εσύ σκαρφάλωνες απάνω μου
αγόρι μου ράπισμα στη μοναδικότητά μου που με γυρίσατε
με το μικρό εκεί που άνθρωπος είναι στην αλυσσίδα των γενιών.
Όλα είχαν ένα προορισμό, το μαραμπού το πούσι το τραβέρσο
το λι κι βάρδια κι οι δύο φίλοι που μου ψόφησαν σαν παπαγάλοι
κι εσύ, εσύ Άννα ο πίθηκος που΄χα με κούραση γυμνάσει
λύπη μεγάλη σε κρατούσε κι ας σκαντζάρησες
όλα οδηγούσαν στο αποψινό στη μάνα σου θα γίνω ναυτικός
κι έπειτα ξέρεις τι ποιητής ήταν αυτός ο Καββαδίας, αμαρτωλός
κι έγραφε στίχους για ναρκωτικά κι εγώ το είπα κι η κυρία
μου είπε δίκιο έχεις, όλα είχαν ένα προορισμό γιε μου, συμφωνώ
για να μου πεις πως ο Νίκος Καββαδίας, Κόλιας για τους φίλους
που έδειξε του Σεφέρη μάλλον Βυρητό και του έκοψε έκτοτε
την καλημέρα την παράταξη από πουτάνες ελληνιίδες και που
πέθανε όπως εύχεται ο πατέρας σου κάποτε να πεθάνει
κουβέντα να μη σου έχω πει κι από τα ποιήματα μακριά
και πως ο Καββαδίας αυτός είναι ποιητής καλός και σου αρέσει.
δεμένος σ' ένα ξύλο από τη Φαλκονέρα, ο Χρηστάκης
που τονε φέρανε βαλσαμωμένο απ' την Αμέρικα, ο μικρός
του Ρέτση που ναυάγισε πνίγηκε κι η μάνα του τρελάθηκε
ο Νίκος ο κουτσός από Γκιλφόρδου το πρώτο σου ρολόι
κι έπειτα ο Λεωνίδας από γενιά μηχανικών στη Τζέντα
οι επισκέψεις στους λογοτιμήτες Τίρυνθος ο Μίνως και ο Κόχυλας
τους πέρασε το άρθρο μαζί με το Διονυσίου, τότε
που εξαγοράστηκαν όλοι μες στη φυλακή να βάλουμε
την γκόμενα την πληρωμένη να γαμήσει, κάτι παλιές
δίκες με τσιγαράδικα, κι ο Στέφανος μηχανικάρα αλλάζει λάντζες
το ματσακόνι ξημερώματα στα ναυπηγεία με το Γιώργο
μας τέλειωσε η μέρα στο Κερατσίνι στο φουγάρο και που τώρα
τον περιμένει στην αιωνιότητα σε κάποιο ποίημα ανοιχτή μια πόρτα
όλα είχαν ένα προορισμό το έρημο περίπτερο τη νύχτα
καθώς στρίβαμε με το Νίκο ξαφνικά στην ιχθυόσκαλα
κι ήταν από ταινία του Βιμ Βέντερς όπου πέφταν άγγελοι
κι η περατζάδα στις γιγάντιες προπέλες τέρμα Πέραμα
κι έπειτα η Βάρδια κι εκείνος που τη βρήκε απατημένος
και την γάμησε μια κι ήθελε άντρα ως τη φυματίωση
ακόμη κι ο Νικόλας που έσπασε της νεκροφόρας του το τζάμι
σαν τον περνούσαν απ'το σπίτι και το χαρτί ήρθε μετά
πως είχε περάσει τα πλωτά μιαν εβδομάδα το αγόρι πεθαμένο
το κοιμητήριο της Παιανίας που φτάσαμε τη μια φορά
ζωντανοί και την άλλη με τις κούρσες και το στεφάνι
της οικογένειας του εφοπλιστή και το λόγο: να ζήσεις Στέφανε
κι εκείνος είπε πάνω στα κόκκαλα του γιου του: χάσαμε
το βαπόρι πια ποιός νοιάζεται για την άγκυρα και το είχε
απόφαση να φύγει και με γύριζε ετοιμάζοντας το ποίημα του
και τον είδα ιδρωμένο πριν τον πάρουν τα σκοινιά
και μοναχά γυναίκες οι άντρες ταξιδεύοντας κι εγώ
μ' ένα φορτηγό στη μνήμη αρόδο να φορτώνει τη σταφίδα
κι οι γάμοι με λευκό φουλάρι στα σκαλιά του Αγίου Παντελεήμονα
αδελφέ και το κορίτσι μας που ανοίγεται στον κόσμο
κι ακόμη εκεί που μείναμε τελευταίοι στο φέρετρο κι έλεγε
η Μαίρη: Στέφανε ξέρεις, και κατάμαυρη, για το Νικόλα, ξέρεις...
και αγκαλιά στο γάμο της Ιωάννας και στη μέση ένα άδειο πιάτο
για το Νικόλα που έλειπε κι εσύ σκαρφάλωνες απάνω μου
αγόρι μου ράπισμα στη μοναδικότητά μου που με γυρίσατε
με το μικρό εκεί που άνθρωπος είναι στην αλυσσίδα των γενιών.
Όλα είχαν ένα προορισμό, το μαραμπού το πούσι το τραβέρσο
το λι κι βάρδια κι οι δύο φίλοι που μου ψόφησαν σαν παπαγάλοι
κι εσύ, εσύ Άννα ο πίθηκος που΄χα με κούραση γυμνάσει
λύπη μεγάλη σε κρατούσε κι ας σκαντζάρησες
όλα οδηγούσαν στο αποψινό στη μάνα σου θα γίνω ναυτικός
κι έπειτα ξέρεις τι ποιητής ήταν αυτός ο Καββαδίας, αμαρτωλός
κι έγραφε στίχους για ναρκωτικά κι εγώ το είπα κι η κυρία
μου είπε δίκιο έχεις, όλα είχαν ένα προορισμό γιε μου, συμφωνώ
για να μου πεις πως ο Νίκος Καββαδίας, Κόλιας για τους φίλους
που έδειξε του Σεφέρη μάλλον Βυρητό και του έκοψε έκτοτε
την καλημέρα την παράταξη από πουτάνες ελληνιίδες και που
πέθανε όπως εύχεται ο πατέρας σου κάποτε να πεθάνει
κουβέντα να μη σου έχω πει κι από τα ποιήματα μακριά
και πως ο Καββαδίας αυτός είναι ποιητής καλός και σου αρέσει.