αύτις ες φάος κατεστάθην
Αρχίλοχος
Με γραμμένο τον ήλιο τα σώματα
πέφτουν πάλι στο ξυνό του χειμώνα
Λέξη προς λέξη κάθετο φτερό
γράφομαι στο ανάπτυγμά σου
Όταν ρίχνει ο αγέρας τα φύλλα του
και το αυγό της νύχτας ξεφλουδίζεται
Να πάρει το κορίτσι διαταγή
ν' αναληφθεί πάνω από της θάλασσας το τζάμι
***
Στη Μονεβάσια την παλιά
ήρθανε δώδεκα παιδιά
Έχουν το ήλιο πρόσωπο
το μεσημέρι για σκοπό
Στη Μονεβάσια την παλιά
φυσάει αέρας τα μαλλιά
φυσάει αέρας το φιλί
σε δύση και σ' ανατολή
Στη Μονεβάσια την παλιά
φύγαν τα δώδεκα παιδιά
Αγγέλοι παν στον ουρανό
με της αγάπης τον καημό.
***
Διαβλέπει ο κήπος τη μεγάλη λύπη του
(ανάσα)
Ο έρωτας από γλυκιές καρφίτσες
παναπεί ένα δάχτυλο υγρό
που πάσχει λόγο στα τζαμάκια της νύχτας
Όσο να πάρει σύρμα η μουσική
να διαπρέψει οξύτερη
Το ποίημα σαν από ξυσμένη μύτη μολυβιού
να σου πληγώνει το δάχτυλο
Αυτό το δάχτυλο
που αμήχανα φυλακίζουν τα χείλη
πριν βουτήξω στου φιλιού σου τ'απατα.
***
Θα φυσήξει ο αγέρας μια στιγμή
και θα νοιώσεις το σφυγμό του στο χέρι σου
Τότε η ποίηση σαν άλλη ξενιτειά
θα κάνει επιθυμίες όλα τα πράγματα
Θα γυρίσει το λευκό όπως λεν
ν'ανασπαστεί το μαύρο του
αναρριπίζοντας σείστρα των φυλλωμάτων
Το λάμδα του μελιού
θα παραλύσει τη γλώσσα σου
Μακρινές πολιτείες
θ' αστράψουν τις αρχιτεκτονικές τους
και το φιλμ θα καεί από το φως.
Έλα, θα σου πω, και μη φοβάσαι.
Εδώ είναι κήπος
όπου ψηλώνουν τα φυτά των διψασμένων.
***
σονέτο
Ρετάλια ερώτων στο υπόγειο
Κυρίε μου τί να γίνηκε το απόμερο παιδί
που 'χε αστεράκι στο σταυρό
και στη ματιά ένα νύχι
Το πήρε η νύχτα κι η βροχή
το σκουριασμένο μέταλλο της πόλης
κι ο τόπος που κοιμήθηκε
ανήκει τώρα σ' έναν κόσμο βουλιαγμένο
Ρετάλια ερώτων στο υπόγειο
Ήταν μονάχα φωτεινή επιγραφή
λουστρίνια που αναβόσβησαν στο πεζοδρόμιο
κι ένα παιδί λυπητερό
μονάχο του στο βάθος που πουλά:
Ρετάλια ερώτων στο υπόγειο
***
Σαν τον άμμο στα χέρια
να σου φέρνω πάντα τον έρωτα
όταν πέφτει το αστέρι
κι αλλάζεις θέση απαλά στον ύπνο σου
για να σ' ἐβρει πιο βαθιά του ονείρου μου η κόψη
Με τη βία απ' των κρίνων το τσάκισμα
την ωραία ν' ανοίγω της νύχτας σου πύλη
που ν' αγγίζω το μαύρο της χλόης σου
και να παίρνω στα δάχτυλα λίγη σκόνη απ΄των άστρων
Να τραβώ το βαρκάκι κι ο γιαλός να χαράζεται
και το κύμα να γράφει την καμπύλη του ρόχθου
όπου γυμνός, γυμνός κι ανυπόκριτος
να σε σπουδάζω αλφάβητο και των κορμιών τα τόσα.
Σαν τον άμμο στα χέρια
να σου φέρνω για πάντα τον έρωτα.
***
coda
Στο από πριν χαμένο επιμένοντας
Στην ασήμαντη έλπιση της σπίθας
απ' την αρχαία γιορτή
με δακρύων το ανάβλυσμα
επιστρέφει στο ύψος του ο κόσμος
Όλες οι πόλεις του πλανήτη
έχουν το ίδιο πρόσωπο
καθώς η νύχτα προσγειώνεται στ' αεροδρόμια
την ώρα που επιτετραμμένοι ναυτικοί και δολοφόνοι
εξργυρώνουνε συνάλλαγμα και θάνατο
για καρφωμένους θεατές μπρος στις οθόνες
που διαλύουν σάρκες και οστά σε πληροφόρηση.
Στου πυροβολισμού τη λάμψη όπως στο γόνατο
γράφεται και το ποίημα
όταν αιμόφυρτος ανήλικος ο έρωτας
πέφτει μεσάνυχτα στων κοριτσιών τον ύπνο
Στο από πριν χαμένο επιμένοντας.
Αρχίλοχος
Με γραμμένο τον ήλιο τα σώματα
πέφτουν πάλι στο ξυνό του χειμώνα
Λέξη προς λέξη κάθετο φτερό
γράφομαι στο ανάπτυγμά σου
Όταν ρίχνει ο αγέρας τα φύλλα του
και το αυγό της νύχτας ξεφλουδίζεται
Να πάρει το κορίτσι διαταγή
ν' αναληφθεί πάνω από της θάλασσας το τζάμι
***
Στη Μονεβάσια την παλιά
ήρθανε δώδεκα παιδιά
Έχουν το ήλιο πρόσωπο
το μεσημέρι για σκοπό
Στη Μονεβάσια την παλιά
φυσάει αέρας τα μαλλιά
φυσάει αέρας το φιλί
σε δύση και σ' ανατολή
Στη Μονεβάσια την παλιά
φύγαν τα δώδεκα παιδιά
Αγγέλοι παν στον ουρανό
με της αγάπης τον καημό.
***
Διαβλέπει ο κήπος τη μεγάλη λύπη του
(ανάσα)
Ο έρωτας από γλυκιές καρφίτσες
παναπεί ένα δάχτυλο υγρό
που πάσχει λόγο στα τζαμάκια της νύχτας
Όσο να πάρει σύρμα η μουσική
να διαπρέψει οξύτερη
Το ποίημα σαν από ξυσμένη μύτη μολυβιού
να σου πληγώνει το δάχτυλο
Αυτό το δάχτυλο
που αμήχανα φυλακίζουν τα χείλη
πριν βουτήξω στου φιλιού σου τ'απατα.
***
Θα φυσήξει ο αγέρας μια στιγμή
και θα νοιώσεις το σφυγμό του στο χέρι σου
Τότε η ποίηση σαν άλλη ξενιτειά
θα κάνει επιθυμίες όλα τα πράγματα
Θα γυρίσει το λευκό όπως λεν
ν'ανασπαστεί το μαύρο του
αναρριπίζοντας σείστρα των φυλλωμάτων
Το λάμδα του μελιού
θα παραλύσει τη γλώσσα σου
Μακρινές πολιτείες
θ' αστράψουν τις αρχιτεκτονικές τους
και το φιλμ θα καεί από το φως.
Έλα, θα σου πω, και μη φοβάσαι.
Εδώ είναι κήπος
όπου ψηλώνουν τα φυτά των διψασμένων.
***
σονέτο
Ρετάλια ερώτων στο υπόγειο
Κυρίε μου τί να γίνηκε το απόμερο παιδί
που 'χε αστεράκι στο σταυρό
και στη ματιά ένα νύχι
Το πήρε η νύχτα κι η βροχή
το σκουριασμένο μέταλλο της πόλης
κι ο τόπος που κοιμήθηκε
ανήκει τώρα σ' έναν κόσμο βουλιαγμένο
Ρετάλια ερώτων στο υπόγειο
Ήταν μονάχα φωτεινή επιγραφή
λουστρίνια που αναβόσβησαν στο πεζοδρόμιο
κι ένα παιδί λυπητερό
μονάχο του στο βάθος που πουλά:
Ρετάλια ερώτων στο υπόγειο
***
Σαν τον άμμο στα χέρια
να σου φέρνω πάντα τον έρωτα
όταν πέφτει το αστέρι
κι αλλάζεις θέση απαλά στον ύπνο σου
για να σ' ἐβρει πιο βαθιά του ονείρου μου η κόψη
Με τη βία απ' των κρίνων το τσάκισμα
την ωραία ν' ανοίγω της νύχτας σου πύλη
που ν' αγγίζω το μαύρο της χλόης σου
και να παίρνω στα δάχτυλα λίγη σκόνη απ΄των άστρων
Να τραβώ το βαρκάκι κι ο γιαλός να χαράζεται
και το κύμα να γράφει την καμπύλη του ρόχθου
όπου γυμνός, γυμνός κι ανυπόκριτος
να σε σπουδάζω αλφάβητο και των κορμιών τα τόσα.
Σαν τον άμμο στα χέρια
να σου φέρνω για πάντα τον έρωτα.
***
coda
Στο από πριν χαμένο επιμένοντας
Στην ασήμαντη έλπιση της σπίθας
απ' την αρχαία γιορτή
με δακρύων το ανάβλυσμα
επιστρέφει στο ύψος του ο κόσμος
Όλες οι πόλεις του πλανήτη
έχουν το ίδιο πρόσωπο
καθώς η νύχτα προσγειώνεται στ' αεροδρόμια
την ώρα που επιτετραμμένοι ναυτικοί και δολοφόνοι
εξργυρώνουνε συνάλλαγμα και θάνατο
για καρφωμένους θεατές μπρος στις οθόνες
που διαλύουν σάρκες και οστά σε πληροφόρηση.
Στου πυροβολισμού τη λάμψη όπως στο γόνατο
γράφεται και το ποίημα
όταν αιμόφυρτος ανήλικος ο έρωτας
πέφτει μεσάνυχτα στων κοριτσιών τον ύπνο
Στο από πριν χαμένο επιμένοντας.
Το πρώτο μέρος από τη συλλογή: Τρεις Φορές ο Κήπος
