
Εισοδηματίες του ανέφικτου, έστω. Χάνεται
εύκολα η γνώση πως ο λόγος δεν θα συμπέσει
με τον κόσμο του ποτέ. Πως ο άνθρωπος είναι
μια τυφλή μηχανή πένθους από εκ γενετής...
Ο διαβαστός πόνος προηγείται σχεδόν πάντοτε
του αληθινού, άδεια κελύφη λόγων τραγουδάνε
τα παιδιά ως την ώρα που θα τα εκπληρώσουν
με σάρκα και οστά φλέβες και δόντια, γιατί
κανένας δεν ξεφεύγει από τον πόνο που του αναλογεί
από τον έρωτα που του αναλογεί να σώσει.
Και θέλει άσπρο τοίχο για να μάθεις ν' αφήνεις
λόγια στα θεμέλια των σπλάχνων σου ώστε
να γίνουν κόρες της αμιλησιάς οι ώρες σου.
Εκεί που θα έπρεπε ακριβώς να σωπαίνουν
αγορεύουν οι εκβαρβαρισμένοι της γραφής
βουτηγμένοι κι όλας ως τη μέση σε οξύ φιλοδοξίας
και μηχανόλαδα. Ω λύπη μου, λύπη από
παιδικό μεσημέρι κι ομορφιά αμοίραστη
ο μισός όχι εκ του κόσμου και το ένιωθα
πως ήταν κιόλας νεύματα της μοίρας
αυτό το να πιάνεις το σπλάχνο του άλλου
αποκάτω και να το σέρνουνε τα λόγια σου
σε ωραίους κήπους με κλάμα του αμίλητου.
Πως οι λέξεις είναι κάτι ζώα λυτά και άγρια
με δυσκολίες κοριτσιού που θέλει και φοβάται
των κορμιών τον έρωτα πως δεν έχει έλεος
αυτή απόσταση ανάμεσα στο αμεταποίητο του βίου
και την αποποίηση που ζητάει να καλύψει
την αταξία του ορατού στην σύνταξη ενός αόρατου
που η επιφάνεια του είναι όλο λέξεις και διάβρωση
από έκθεση στην απονιά του ανθρώπου
που θέλει τιμωρία στον άλλον ότι δεν του δόθηκε.
Υπο την απειλή σιωπής παραδίδεται το ποίημα
υπό την απειλή αποχωρισμού ο έρωτας και η ζωή
υπό την διαρκή απειλή θανάτου μας δωρίστηκε ως εδώ.
Γι αυτό αποβλέποντας σ' εκείνον που δεν έχει
λόγια και ζητάει την ξενιτειά σου να μιλήσει ο πόνος του
διασπάθησε με αγάπη ότι σου δόθηκε πικρό
να του γυρίζεις θετικά το πρόσιμο στο μέρος του ανθρώπου.
Ότι αρχίζει σαν φιλοδοξία μένει ατέλειωτο
αν δεν τελειώσει όπως προσευχή σ' ένα θεό
που κάλλιστα μπορεί να μην υπάρχει
κι από την απουσία του να σώζει ακόμα ανθρώπους.
Προνόμιο δεν ήτανε ότι σου δόθηκε γι αυτό
ν' αφήνεις στη σιωπή των άλλων όταν δίνουν
στιγμούλες από σάρκα στα αέρινα των λέξεων
μικρά νευμάτων άλφα από του ευχαριστώ.